- ἕλκουσι
- ἕλκωsulcuspres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)ἕλκωsulcuspres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ἑλκοῦσι — ἑλκέω drag about pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἑλκέω drag about pres ind act 3rd pl (attic epic doric) ἑλκόω wound pres part act masc/neut dat pl (attic ionic) ἑλκόω wound pres ind act 3rd pl (attic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἕλκουσ' — ἕλκουσα , ἕλκω sulcus pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) ἕλκουσι , ἕλκω sulcus pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἕλκουσι , ἕλκω sulcus pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἕλκουσαι , ἕλκω sulcus… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
влещи — ВЛЕ|ЩИ (130), КОУ, ЧЕТЬ гл. 1.Волочить по земле, тащить волоком: ид˫ахоу влекоуще оужи же великыими СкБГ XII, 25в; и изнесъше оужа и влѣкоша ракоу на мѣсто ||=своѥ. (εἵλκουσαν) КЕ XII, 247 248; то же ПНЧ XIV, 191а; нозѣ оузами нѣкыми стѩгноувъша … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
κριτήριο — το (AM κριτήριον) [κριτήρ] 1. μέτρο ή γνώμονας κρίσης (α. «επιλογή με κομματικά κριτήρια» β. «αξιολόγησε το έργο της με υποκειμενικά και αντιεπιστημονικά κριτήρια» γ. «χρόνου είναι μέτρον και κριτήριον τάχους», Ζήν.) 2. τόπος όπου εδρεύει ο… … Dictionary of Greek
λήμμα — Το αποκομιζόμενο εισόδημα, η πρόσοδος, το κέρδος. Στη Λογική, λ. ονομάζεται η μείζων πρόταση από την οποία δημιουργείται το συμπέρασμα, ενώ οι λεξικογράφοι ονομάζουν λ. τον αρχικό τύπο στον οποίο υπάγεται η τυπολογική και σημασιολογική πραγματεία … Dictionary of Greek
ρεμβάζω — ΝΜ νεοελλ. ονειροπολώ, είμαι ήρεμος και αφήνω τη φαντασία μου ελεύθερη μσν. 1. (μτβ.) τριγυρίζω, κάνω κάποιον να γυρίζει γύρω από κάτι («καὶ ἕλκουσί σε οἱ λογισμοὶ καὶ ῥεμβάζουσι», Μακ. Αιγ.) 2. μέσ. ῥεμβάζομαι (για την ψυχή) έχω χάσει την… … Dictionary of Greek